κόκκινος


κόκκινος
[коккинос] ас. красный

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κόκκινος" в других словарях:

  • κόκκινος — scarlet masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόκκινος — η, ο (AM κόκκινος, ίνη, ον) 1. αυτός που έχει το χρώμα τής παπαρούνας, ερυθρός, πορφυρός, κοκκινοβαμμένος (α. «σπρώχνει στη θήκη κόκκινο το γιαταγάνι ο κλέφτης», Βαλαωρ. β. «καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην», ΚΔ) 2. (το ουδ.… …   Dictionary of Greek

  • κόκκινος — η, ο 1. αυτός που το χρώμα του είναι κόκκινο. 2. κομουνιστής, αριστερός: Δε σε ήξερα πως είσαι κόκκινος. 3. το ουδ., κόκκινο ως ουσ., το κόκκινο χρώμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κόκκινος, Διονύσιος — (Πύργος 1884 – Αθήνα 1967). Ιστορικός, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και ακαδημαϊκός. Φοίτησε στην ιατρική σχολή, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Στη διάρκεια των σπουδών του ίδρυσε τη… …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος Πύργος — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 305 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού, στον μυχό του όρμου της Μεσσαράς, 68 χλμ. ΝΔ της πόλης του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τυμπακίου …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος, Αντώνης — (1954 –). Σκηνοθέτης και σεναριογράφος του κινηματογράφου. Σπούδασε στη σχολή πολιτικών μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και στο τμήμα σκηνοθεσίας της Σχολής Σταυράκου. Εργάστηκε ως παραγωγός πολλών ραδιοφωνικών εκπομπών με θέμα τη… …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος, Γεράσιμος — (Κάστρο Κεφαλονιάς τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Κληρικός και αγιογράφος. Η εικόνα του Κοίμηση της Θεοτόκου που βρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών χρονολογείται από το 1826 …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος, Δημήτριος — Αγωνιστής του 1821. Υπήρξε επικεφαλής των επαναστάσεων των ανατολικών επαρχιών της Κρήτης. Έπειτα από πολλές επιτυχημένες μάχες εναντίον των Τούρκων, κατόρθωσε να τους περιορίσει στο φρούριο του Ηρακλείου …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος, Εμμανουήλ — (Χίος 1812 – Αθήνα 1879). Νομομαθής και πανεπιστημιακός. Σπούδασε στη Γερμανία και μαθήτευσε κοντά στον Τιμπό, αντίπαλο του Σαβινί. Ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1836, με μια διατριβή αφιερωμένη στη ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο. Το 1839 διορίστηκε υφηγητής… …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος, Νικόλαος — (1863 – 1919). Συνθέτης λαϊκών και δημοτικών τραγουδιών. Τα δημοφιλέστερα τραγούδια του είναι: «Γιατί οπόταν σε κοιτώ», «Ο Μάης», «Έλα μαζί εις τα ξένα», «Αποκριάτικο», «Αχ αϊτέ», «Έμορφη κόρη του ψαρά», «Πεταλούδα» κ.ά …   Dictionary of Greek